ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ  1 ΙΟΥΛΙΟΥ ΕΩΣ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ  2013

                                                  ''THE PINK WINDOWS OF LAKKOS''

            ΤΑ  ΡΟΖ  ΠΑΡΑΘΥΡΑ  ΤΟΥ  ''ΛΑΚΚΟΥ''

                                                                ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ

                                                              ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ - ΓΛΥΠΤΙΚΗ - ΧΑΡΑΚΤΙΚΗ - ΠΟΙΗΣΗ

                 Το Γράμμα

  Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια

  Λάκκος

  ο θρύλος του Ηρακλείου

  το απαγορευμένο

  το στοιχειωμένο

  κόκκινο καλντερίμι

  της χαμένης αθωότητας

  Γραμμική΄΄Κάππα''

  το αίμα της γης

  ο έσχατος Επιτάφιος των ψυχών

  το γράμμα της φτωχιάς κοπέλας

  Σ' αυτό το δρόμο γεννήθηκα

  σ'αυτό μεγάλωσα

  κρατήθηκα για να κρατηθώ

  είμαι...[τρις]

  κάθε βράδυ πεθαίνω

  δεν ξέρω αν θα ζω το πρωί

  και όμως ζω

  η αρρώστια

  στο λοιμωδών

  Είμαι μολυσμένη

  το μαχαίρι

  είναι οδυνηρός ο θάνατος                              

  από μαχαίρι

  ξεκαθάρισμα λογαριασμών του υπόκοσμου

  για να ''μάθει''

  ποιός σωματέμπορας ορίζει τη ''μαύρη''

  και ποιός τη ''σάρκα''

  το ραντεβού μυρίζει θανατικό

  12 η ώρα ακριβώς

  στο καφέ Αμάν                            32

  την ώρα που βγαίνει η Φαράχ

  για το χορό της κοιλιάς

  θα υπογραφεί το συμβόλαιο θανάτου

  πάλι μέσα πάλι έξω

  χωροφυλακή

  πάλι μέσα πάλι έξω

  Διαισθάνομαι,πόσο κοντά είναι η επικείμενη συντριβή

  το αντίβαρο ονειρεύομαι

  ο Πρίγκιπας

  Δεν ξέρω

  δεν δέχομαι όταν θα σκάβουν

  πάνω από τον καιρό μας

  στους έσχατους καιρούς

  να βρίσκουν κόκκαλα και στάχτες

  ένα αρχέτυπο είμαι που εξαερώνεται

  όταν παύω να γράφω

  Γράφω

  για να μη γίνω

  ζωντανή νεκρή

  Αυτή είμαι

  είμαι αυτή που είμαι

  το κεντρικό πρόσωπο του ποιήματος

  το ποίημα

  της ολόκληρης ζωής μου

  δεν είμαι έτοιμη για να φύγω 

  το φως

  το πρώτο φως μιας νέας μέρας

  θα το υπηρετώ

  θεϊκά θλιμμένη επειδή γνωρίζω το τέλος

  νιώθω

  είμαι βέβαιη

  η αλήθεια μου

  δεν απαρνιέμαι αυτό που υπήρξα

  το ξέρω ότι θα γράψετε την ιστορία

  όπως τη θέλετε

  οι  θλιμμένες κραυγές του Λάκκου

  μέσα από τις αιμμάτινες λάσπες του τρόμου

  με συμπάθια θ'ακουστούν

  ο φόβος σας

  ο φόβος για το παράνομο αιδοίο της λαγνείας

  αρχετυπική φόρμα των αιώνιων ιδεών

  η αυτονόητη διατήρησή της στο διηνεκές

  το δέος για τον θησαυρό της ομορφιάς

  το ένστιχτο της ωραιότητας

  σύμφυτο της ανθρώπινης φύσης

  το κάλλος του

  το αισθάνομαι βαθιά μέσα μου

  όταν το συναντήσω

  αδυνατώ να το ''ορίσω''

  είναι εδώ

  και παντού

  μοναδική ευεξία της ψυχής

  έρχεται από μακριά

  από το αισθητό

  στο υπεραισθητό

  η παρέμβαση στην αποστολή

  ύβρις

  γιατί

  η υπεραξία του έρωτα

  παράγει παράφορο έρωτα

  η σημειολογία του έρωτα χαρακτηρίζει

  την απέρριτη ομορφιά                                   94

  το τέλειο δεν

  τελειοποιείται περεταίρω

  το αιώνιο αντικείμενο του πόθου

  πανανθρώπινο σύμβολο και

  ιερή εικόνα

  της παρθενίας και της γονιμότητας και      100         

  η αγνότητα της αμώμου συλλήψεως       

  το πανθαυμαζόμενον μαργαριτάρι

  το προ του κατακλισμού''Αυγό''

  απαράβατο

  αθώρητο

  εκ του αφρού των κυμάτων

  γεννηθέντα ασπόρως

  χωρίς παρέμβαση Γαμέτη

  το κοχύλι η αιτία

  το απόλυτο είδωλο της ηδονής

  αισθησιασμός ψυχών και σωμάτων

  ζώντων και τεθνεώτων

  στο επέκεινα

  προπατορικό αμάρτημα

  προσκυνητές για να ''βλέπουν''

  το δρόμο

  θα ράψουν το όστρακο στο ρούχο

  φυλαχτό

  ο φόβος Του

  δεν θα μου στερήσει

  το όνειρο

  Μα τόσο αίμα

  ματωμένο ματαιωμένο

  φοβούνται να μεγαλώσουν     124

  Γιάννης πάει,Γιάννης γυρίζει

  να'ξεραν πόσο κουράζει

  αυτή η ομοιογέεια

  θ'ανέβω

  θα δέσω τα μάτια του χρόνου

  θ'ανέβω

  ανεβαίνω [τρις]

  θα φωτίσει,το ορκίζομαι

  όχι άλλο κάρβουνο

  νύχτες δίχως μαύρο,μόνο

  τις δικές μου λέξεις

  θα γράψω

  στο άγραφο τετράδιο

  για να πετάξουν

  όταν θα ''φύγω''

  γράμμα ποίημα,όχι των ονειρόξεων

  γραμμα ποίημα πιαστό της αφής

  ανατριχιάζω

  όταν με αγγίζει

  γράμμα ποίημα θεσπέσιο,οι γραμματοσειρές σε σχήμα γλυπτού

  όχι αυτό της σοφίας των αγαλμάτων που δείχνουν

  πάντα τον ίδιο δρόμο,έτσι κρύα που στέκουν

  το άλλο του ανώνυμου δρόμου

  του άλλου κόσμου

  του καινούργιου

  με χρώματα κι αρώματα,με φαντασία

  με προφητικά όνειρα,που κουβαλεί

  ο ήλιος στη χρυσή τροχιά του

  με χώμα και ουρανό

  του ήθους και της αύρας         154

  της ευγενούς τέχνης

  που μετατρέπεται

  σε υπερβατική ελεγεία

  το άυλο

  πόσο απαγορευμένο

  πόσο κρυφό

  δεν το βλέπειε αλλά ξέρεις

  ότι ζει εκεί

  τίποτα το περιττό στον απέρττο χώρο ''Αυτό''

  αδιήγητο ποίημα

  από το πρωτοειδωμένο

  φως

  ως το φως

  φαντασμαγορία του ονειρικού

  που δεν λέει να τελειώσει,και

  δεν θα το προλάβει

  κανένα βιβλίο να το αντιγράψει

  θα είναι μόνο του

  να συνομιλεί

  με το ιερό και ανίερο

  αφανές και αόρατο

  μοναδική επανάσταση

  στη φθορά του εύκολου θαυμασμού

  που οδηγεί στην αθανασία

  κανείς δεν θα το δει

  ορκίζομαι ότι ποτέ δεν θα απαγγείλω το ποίημα

  της πρόωρα χαμένης κοπέλας

  που αναλήφθηκε στους ουρανούς

  που άφησε

  την ψυχή της

  στην αθέατη πλευρά της παράδεισος           185

  και κατέβηκε στη γη

  Ήρθε ο καιρός

  να σείρω τα βήματά μου

  πάλι στα ίδια σπίτια

  ερείπια παντού

  εγκατάλειψη παντού

  κουρασμένες αναμνήσεις

  σημαδεμένο το μέρος

  για να υπάρξω

  ήρθα

  είναι οι σκιές

  είνε οι φωνές,οι φωνές των ψυχών που κείτονται

  στο χώμα

  οι Θεοί αδιαφορούν δεν ακούνε τις παρακλητικές φωνές

  των ψυχών                                                                               200

  και οι ψυχές αναγκάζονται να παρακαλέσουν στις Μοίρες

  αφήνουν ρωγμές μήπως και περάσει κάποιο φως

  στο απαγορευμένο κόκκινο καλντερίμι των στεναγμών

  παραδίνομαι στις στιγμές της δημιουργίας

  οι φωνές ενώνουν τον πρωτοχρόνο με το μεταχρόνο

  τί κι αν γράφουν κέντημα

  Επιτάφιο κέντημα

  Αδιάφορο για τους επιβάτες του ''σύντομου δρόμου''

  κανείς δεν κοιτάζει το εικαστικό παραλήρημα

  μονοπάτι φυγής

  το παίρνω μαζί μου

  Γράφει το θεατρικό μονόπρακτο χίλιους ρόλους

  αλλάζει κάθε στιγμή και γράφει

  γράφει για τα αόρατα σημάδια και τάματα

  σβησμένα τα τάματα ανώνυμα τα ανθρωπονύμια         215

  όμως ολοζώντανα τα ''απολεσθέντα''

  επιζώντα της νοσταλγικής ζωής του παραδείσου του φτωχού

  όταν οι φωτοσκιάσεις αρχίζουν να φαίνονται

  στο χωμάτινο χαρτί του ασπρόμαυρου

  Σώπα

  το Γράμμα

  εικόνες γεμάτες φως,καυτές ανασαίνουν βαριά

  να μου κοπεί η ανάσα,είναι τόσο αισθησιακές μυστηριώδεις

  λάμπουν τόσο,αφηγούνται το τραγικό ηλιακό φως

  το προσκηνούν ηδονικά

  Εδώ υπάρχει το μυστήριο,πώς το φως προσπαθεί

 ''Για'' την ήττα της σκιάς

  η σκιά στοιχειώνει τη μνήμη

  οπαδός της εικολατρείας του υπαρξισμού το άφωτο φως

  στο σύνορο της μεταφυσικής αιχμαλωτίζει τις εικόνες

  μικρό το φως μεγάλη η σκιά,μεγάλο το φως μικρή η σκιά

  αέναη η φωτοσκίαση,αλεπάλληλη η σύγκρουση

  στο θέατρο σκιών

  Αιχμαλωτίζονται οι εικόνες στη σαγήνη της ενδοσκόπησης

  στο χλωμό μπλε κόκκο

  που κατοικούν

  στη λάσπη της γάννησης

  μόνη κατάμονη

  αυτή

  η χλωμή μπλε κουκίδα

  αλληλοσπαράσεται στη μοναξιά της

  χωρίς προορισμό εξόδου

  μέχρις ότου ο απροσμέτρητος χρόνος

  την κάνει σκόνη

  πεπερασμένη σκέψη μου                                   245

  πάλι αυτές οι σκέψεις

  πάλι οι εικόνες

  βγάζουν τις μάσκες των ρόλων,ξαφνικά σιωπή και ακινησία

  από την εξαντλητική υπερένταση,γιατί

  ήταν τα νεφελώματα του γαλαξία γεμάτα αστερόσκονη

  από την αόρατη μήτρα του σύμπαντος

  Αυτό το βρεφοκομείο

  γεννά αστέρια με την ταχύτητα του φωτός

  Επικρατεί μια αδράνεια ένδον από το μεγάλο ξάφνιασμα

  αξαιτίας του μεγάλου λήθαργου της στιγμής

  πόσο σκοτάδι της μαύρης τρύπας

  να καταναλωθεί για να υπάρξει για να υπάρξει ορατό φως

  από την ομίχλη της ανυπαρξίας

  της σκοτεινής ύλης

  στην ταφική πλάκατης μαύρης τρύπας

  στο θνητό χρόνο τον φθαρμένο

  από την αιωνιότητα της αθανασίας

  κρύβεται

  το αναπάντητο ερώτημα του αινίγματος

  Από το παραπέτασμα του χάους

  έρχεται το άφωτο,η θνητή ύλη βρίσκει φως

  ένας κόκκος λευκού

  η απόσταξή του

  από άπειρους κόκκους μαύρου

  ατέλειωτο το''Γράμμα''στο δράμα,τραγικό

  πόσο δράμα κουβαλάει το Γράμμα

  Μα πιο πολύ γράφω

  για τα ανήλικα παιδιά

  ξαναδιάβασέ το

  μα πιο πολύ γράφω                                    275

  για τα ανήλικα παιδιά

  ότι αυτών

  εστίν η βασιλεία των ουρανών

  για τα παιδιά με τα χιλιομπαλωμένα

  κοντά παντελονάκια

  τα βρώμικα

  λιγδιασμένο και το άσπρο φανελάκι

  με τις τιράντες

  ξυπόλυτα

  που έφευγαν από το σπίτι για το σχολείο

  με ένα ποδήλατο''κόντρας''σαράβαλο,σκαστά

  για να μη γυρίσουν ποτέ

  όλο το τσούρμο από πίσω

  να κυνηγά το ποδήλατο

  να κυνηγά ο ένας τον άλλο

  Ρε συ έκανες πολύ ώρα

  κατέβα κάτω

  θα σου δώσω μία

  και να τρυπήσει το λάστιχο

  πώς να αντέξει,μετά από τόση πίεση

  και όλα μαζί τα παιδιά

  να ''σηκώνουν'' την σαμπρέλα,ένας παιδικός Επιτάφιος

  και στη γούρνα του Τούρκου

  να τη βουτούν στο νερό

  να προσπαθούν να βρούν την τρύπα που χάνει αέρα

  να κάνουν αλχημίες

  για να φράξει η τρύπα

  άδικος κόπος

  σκατά                                                         304

  να τριγυρίζουν αλαφιασμένα

  γεμάτα χώματα

  να μή νυχτώσει

  και να φωνάζει η μάνα Γιανιώωωω,δεν πάω

  έλα να φας

  το μυαλό στα κάγκελα,στο λάστιχο

  έξω και πάλι έξω

  έξω είναι η ζωή,στα χώματα

  δεν με νοιάζει,και να νυχτώσε

  δεν θέλουν να γίνουν ενήλικες

  Πού να βρουν χρηματοδότη γαι το μπάλωμα

  τίποτα,με τόση φτώχια η Αλάνα

  αναγκάζονται να το τσουρλούν

  με τη ζάντα

  αναστατώνουν όλη τη γειτονιά

  επιτέλους να βρεθεί κάποιος

  να χρηματοδοτήσει τη ζημιά

  βρέθηκε ο Λαμπράκης που είχε το μπακάλικο

  να ξενυχτήσουν το ποδήλατο

  ρε σεις εγώ θα το πάρω στο σπίτι μου

  Τί μας λες

  τόσο έξυπνο σ'έκανε η μάνα σου

  εγώ θα το πάρω,ουστ από δω

  ομυρικοί καυγάδες

  επεμβαίνουν οι μεγάλοι,σκάστε όλοι

  εγώ θα το πάρω,που δεν έχω και παιδιά

  Ναι,να το πάρει ο κυρ Σωτήρης

  συμφωνούν επιτέλους

  και αύριο

  ντογρού για το μαγαζί του ποδηλατά

  να το μπαλώσει,και μετά

  να πέφτουν από τις αλεπάλληλες ορθοπεταλιές

  σκασμένα                                                                       337

  κατάχαμα να κοιτούν

  τ'αστέρια που αχνοφαίνονταν στον ουρανό

  και ναπλημυρρίζουν από ευχαρίστηση

   έτσι λαχανιασμένα και ιδρωμένα

  Ρε σεις πάμε στο σπίτι με τα κόκκινα

  όλα από κάτω

  στο μαντρότοιχο

  να σκαρφαλώνουν

  για να δουν τη μεγαλύτερη περσόνα

  μια Θεά των ονείρων

  να λούζεται ολόγυμνη

  ένας την είδε και έχασε το φως του

  το άκουσα από τους μεγάλους

  Ρε συ κατέβα κάτω να δω κι εγώ

  μη μου βγάζεις τη γλώσσα,θα σε δείρω

  Ρε συ ξέρεις ποιός είμαι εγώ

  θα σε πλακώσω και θα σε διώξω

  από τα ''τσικό'' του Εργοτέλη

  παιδιά έπεσε σύρμα

  έρχονται οι μεγάλοι

  ρε συ,εσύ μας πρόδωσες

  φτου σου προδότη

  τα είπες

  χαρτί και καλαμάρι

  στους μεγάλους

  πρόσεξε κακομοίρη μου,γιατί...

  μου πουλάς μαγκιά

  δεν το έκανα εγώ,ορκίσου

  αλήθεια σου λέω,ποιός,ο Τάκης,εγώ,αυτός

  ορκίζομαι στα κόκκαλα της μάνας μου         367

  ένας μικρός εμφύλιος

  Τα παιδιά που χάθηκαν

  τα πεταμένα στους πέντε δρόμους

  παγώνουν ολόκορμα

  αγνώστου πατρός

  δεν έχουν

  πού να δένουν τα χέρια

  να αφήνουν

  τα δακτυλικά αποτυπώματα

  πριν πουν καληνύχτα

  στους λαιμούς των γονιών

  και να ψιθυρίζουν λέξεις

  λέξεις αγαπημένες

  μελωδικές

  ατέλειωτες λέξεις

  λέξεις με κόκκινο

  των μωρών

  των αγέννητων μωρών

  που δεν ξέρουν γράμματα

  μόνο μουτζουρώνουν αιμάτινα

  δεν φοβούμαι τις λέξεις

  που δεν θέλουν να ακουστούν

  που παριστάνουν

  τις ευτυχισμένες

  αβάστακτη αλήθεια μου

  πόση ψευδαίσθηση

  με ακολουθείς

  πεισμώνω

  με αυτές τις λέξεις

  τις λέξεις                                                          397

  τις ασυμπτωματικές

  τις λέξεις

  του εγκαταλελειμένου παιδιού

  τις έχω μέσα μου

  να βγούν

  φώναξε τη λέξη της ερώτησης

  είναι

  η ύστατη παράκληση του δημιουργού,που

  κρύβεται

  η απάντηση

  φωνάζω

  τις λέξεις

  λέξη λέξη

  βήμα βήμα

  το εννοώ

  δεν φοβούμαι την αδιαφορία του

  ορκίζομαι

  θα φύγω

  για

  να μην πάω

  σε ευαγές ίδρυμα

  θα φύγω

  για

  να είμαι ζωντανός

  και ανάδοχο

  να μην βρω

  θα υιοθετήσω τον εαυτό μου

  να φορώ ζεστά αρβυλάκια στους παιδικούς χειμώνες

  και μάλλινα γάντια στα χέρια

  να μην ξαπλώνω                                                               427

  παγωμένος

  στο παγκάκι,ραντεβού με

  τα χαραγμένα ονόματα

  των ανορθόγραφων όρκων

  συντροφιά με τις γόπες

  των περαστικών

  το ξέρω

  πως δεν θα φτάσει ποτέ

  ως εδώ

  καμιά μουσική,έστω ένα νανούρισμα

  είναι ξαστεριά

  κάνει κρύο

  πώς να ζεστάνω τα χέρια

  στις κρύες τσέπες,πού

  να βρω ένα λουκούμι

  για να ζεσταθώ

  τί να τις κάνω τις άψυχες λέξεις

  από την ποίησή σας

  ενδεδυμένος

  με τις γυμνές ρίμες

  των εφήμερων

  νοικιασμένων παραδείσων

  μπορούν να με ζεστάνουν

  θα μου πεις

  όλα τα ποιήματα,είναι γεμάτα

  από ''πρέπει''και ''σαν''

  και κοσμητικά,και κηρύγματα

  και ''ω''και λοιπά επιφωνήματα

  παρελθόν και μέλλον

  και όχι στιγνή πραγματικότητα                                  457

 ''κούφον γαρ χρήμα ποιητής εστίν''

  όχι

  υπάρχουν

  και'' Άγια'' ποιήματα,που

  μπορούν

  Να ζω

  τώρα θέλω να ζω

  να μην κοιμούμαι τον ύπνο του δικαίου

  γνωρίζω ότι

  πάνω απ'όλα,και όλα

  είναι η τέχνη

  κουβαλεί τις εικόνες,και τις μνήμες

  του παγκόσμιου πολιτισμού

  και σου λέει με το χαμόγελο,γεια χαρά

  πάει να σε αιφνιδιάσει

  τιμή στους προηγούμενους,σου λέει

  σκεφτόμενος

  εσύ

  λες

  ευχαριστώ πολύ

  και στο ευχολόγιο του μέλλοντος

  λες ευχαριστώ,όμως

  άντε γεια

  τώρα

  έχω αυτή τη γραφή

  που δεν είναι αυτή που θέλω,γιατί

  δεν είναι ''προσωπική''

  τι ευλογία

  τι μύθος

  επαναπαύομαι                                            487

  είμαι ευχαριστημένος

  αλλά πες μου

  μετά την αναγνώριση''τί'' ''τί''

  παραμονεύει

  το ''τώρα''

  το τώρα θέλω

  την βαθιά ανθρώπινη γραφή

  διανοούμενη μου προέκυψες

  απέραντα γαλάζια τα παιδικά μάτια

  αυτά τα μάτια

  τόσο αθώα

  απ'αυτά

  ξεκινά

  αυτή η ποίηση

  Σιωπή,θα μας ακούσουν

  Βαγγελίστρα μου τί γράφω,θα μου ξεραθεί το χέρι

  θα απαλλαγώ από τα παραπτώματα,λόγω έργω ή διανοία

  όπως ψάλλει η νεκρώσιμη εκκλησία

  Πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα στον άχρονο χρόνο

  να τα προλάβει να τα καταγράψει όλα αυτά το '' Έπος'',όχι

  η ζωντανή γραφή δεν τελειώνει

  συμπληρώνω αναδημιουργώ αφαιρώ

  ζωντανός ο οργανισμός

  δεν εξαντλώ το θέμα,΄΄Γιατί'' τους χρησμούς,θέλω ανεκπλήρωτους

  για να έχει μέλλον και η ποιητική

  γιατί να αφουγκραστώ τη γνωστή σκέψη της παλιάς σοφίας

  και να την ακολουθώ στην ολόκληρη ζωή

  Σώπα

  άκουσε την καρκινική σκέψη

  Σκάσε επιτέλους                                                  517

  Δεν ξέρω αν θα ολοκληρώσω την διατύπωση

  είναι αυτό το κάτι που απομένει

  δεν θέλει να τελειώσει το έργο,γιατί

  Πώς θα μπορέσει να φτάσει το ερχόμενο στο μη ερχόμενο

  αυτό ψάχνει η ποιητική

  την υπαρξιακή κατάθεση

  θα το φτάσει

  και το περιμένω,κι όλο το περιμένω

  και ξανά και ξανά

  και έρχεται αυτό που είναι,που είπαν,που έμαθαν,που είδαν

  που διάβασαν

  και νάτο το πριν

  και πάλι το πριν

  και πάλι το πριν,αυτό το πριν

  και όλο το ίδιο

  και πάλι το ίδιο,το ολόιδιο

  κάποιοι γράφουν

  και για τα φαντάσματα του μέλλοντός μας

  και ποτέ δεν έρχεται αυτό που περιμένω

  δικής μου γραφής

  γράφω ποίημα και περιμένω

  και μετρώ το χρόνο,κάθε πρωί μετρώ το χρόνο

  και ξανά και ξανά μετρώ

  και δεν έρχεται

  ποτέ δεν θα ρθει,πάλι αυτές οι σκέψεις

  δεν υπάρχει σωσμός

  από το συνήθειο της σκέψης

  κι αν έρθει το τέλος

  μετά την εκπλήρωση

  πόσο μελαγχολικό το τέλος                 547

  τί

  τί

  τί

  Είναι θέμα ελευθερίας

  όταν η ελευθερία δεν είναι ελεύθερη

  τότε δεν υπάρχει ελευθερία,πάλι αυτές οι σκέψεις

  κι αν υπάρξει,πάλι αυτές οι σκέψεις

  της έξω ελευθερίας

  Τότε τί

  τί τί

  Σώπα

  Τώρα ακούω τη φωνή

  είναι η φωνή του κοριτσιού

  Ξύπνα

  κικιρίκου,συνέχισε το Έπος

  κι αρχίζω τα γαλάζια και τα ροζ και πάλι από την αρχή

  και νάτος ο έρωτας ο ανέστιος να με τιμωρήσει.Χαιρέκακα

  με κοιτάζει από ψηλά,που ενώ προβάρω την αστρική

  λαμπερή φορεσιά

  τολμώ το αδύνατο,να φιλήσω τον έρωτα

  ένα βήμα είμαι

  πριν το σύνορο του κόσμου

  ένα βήμα πριν το τελικό φράγμα

  για το σμίξιμο,όλες οι αισθήσεις

  σε μία

  είναι η αφή του φιλιού

  του πενταπάρθενου φιλιού

  το άγγιγμα των χειλιών

  τα μάτια κλειστά,βλέπεις τα πάντα

  και δεν βλέπεις τίποτα

  είναι το βλέμμα                                          578

  είναι αυτό το βλέμμα

  που ομορφαίνει μια γυναίκα

  αυτό το μέσα της ρούχο

  το διάφανο

  της ψυχής

 ''Λύτρον αντί πολλών''

  ευτυχία μέσα στην ευτυχία

  φαντάζει αιώνιο

  τα μάτια δεν γερνάνε

  ξαφνικά

  ο έρωτας μηδενίζει το χρόνο,ενδύομαι τα κουρέλια

  του πεντάρφανου φιλιού

  της ήττας και της αιχμαλωσίας

  οι αιώνιοι κανόνες του τέλους του πένθους

  να είμαι έμεσμα

  αυτός ατάραχος με το σαρδόνιο χαμόγελο,ξέρει ότι

  ο νικητής τα παίρνει όλα,και το ηθικό πλεονέκτημα

  κι εγώ η φτωχιά κοπέλα,να μένω με το γράμμα στο χέρι

  και τα αλάτια στα μάτια

  Είνε οι κανόνες

  πάλι αυτοί οι κανόνες

  Εξομολογούμαι

  δεν είμαι η απεσταλμένη η μονογενής              601

  θείας έλευσης

  που θα θυσιαστώ

  για να άρω τις αμαρτίες και να τιμωρήσω όσες παραβιάζουν

  την αρετή του πένθους

  άκουσα τις κραυγές της οδύνης

  να θέλουν να μεταρυθμίσουν την πίστη τους

  χωρίς να φοβούνται ότι αμαρτάνουν,το λέω       608

  για να με ακούσουν όλοι που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα

  απεχθάνομαι αυτούς

  που θέλουν να σώσουν

  τον κόσμο

  να τους φοβάσαι,μου λες

  Να θυμάσαι,ορκίζομαι

  ορκίζομαι

  ότι

  κι αν ξαναπεθάνω,εκεί

  πάνω στον ουρανό

  στην τέφρα της ψυχής μου ορκίζομαι

  θα ξανακατέβω,άκουσέ με

  Για να εργαστώ στο Λάκκο,με τους περιθωριοποιημένους

  καταπιεσμένους,περιφρονημένους

  αόρατους,ακοιμητους,με τους κεκοιμημένους ψαλμούς

  με τις ανάσες των κρίνων,συντροφιά στην πλάκα

  τους απειλούμενους από την καθωσπρέπει κοινωνική τάξη

  του''πρωτοκόλλου της Σιών''

  Υ.Γ. Η άλλη ζωή

  απέραντα άδεια

  και βαρετή η ζωή των πεθαμένων

  στον περικαλλή ναό του ουρανού

  Χαμένα τα χρόνια

 ''εις τόπον χλοερόν''

  αυτό θα λέω

  όταν με ρωτούν

  για τη μεγάλη''Πτώση''

  Είπα στους ποιητές

  να μου πουν

  πού είναι η προδοσία                       638

  στο ''Ωσαννά''

  ή

  στο ''άρον άρον''

  διανοητική μου σκέψη

  αυταπάτη των ψευδαισθήσεων

  Πιστεύετε τους ποιητές,ναι όχι

  θα μετρήσω ως το δέκα,και

  να το πάρει η μαύρη θάλασσα

  Και τον Άγγελο με τα μαύρα

  που με βοηθά

  ρωτώ

  έκανε να χαμογελάσει

  ορκίσου

  φίλα Σταυρό

  δεν παίρνω απάντηση

  ορκίζομαι

  φιλώ σταυρό

  ορκίζομαι στα κόκκαλα της μάνας μου

  γράφει στον αέρα

  αφερίμ

  Δεν την ξέρω τη λέξη

  τί να κρύβει στην ψυχή του

  να το πάρει η μαύρη θάλασσα

  η φωνή σου

  η φωνή σου θα είναι εξαίσια

  άφωνος τίποτα

  του έκοψαν τη γλώσσα

 ''η σιωπή μου προς απάντησή σου''

  Γράψε μου Γράμμα

  ποτέ δεν μου έχουν γράψει γράμμα                       668

  ποτέ κανείς δεν βρέθηκε

  να μου δώσει

  ένα τριαντάφυλλο

  στην ολόκληρη ζωή μου

  λες να είναι από

  τους εκπεπτωκότες Αγγέλους

  δεν το πιστεύω

  μου έγραψε μια λέξη

  Σαλαμαλέκουμ

  δεν την ξέρω τη λέξη

  η νοηματική του

  καλά το ξέρει

  πως καθόλου δεν μ'αρέσει η ''ανάπαυση''

  μα τη πίστη μου

  θα είναι ανένταχτος

  Μπορεί να είναι

  ένας μετανάστης Άγγελος

  ό,τι κι αν είσαι

  σε πιστεύω

  απορώ πώς τον αφήνουν

  τον υπονομεύουν

  οι διορισμένοι

  θα του μαδήσουν τα φτερά και

  στα κάγγελα στο μπουντρούμι

  Το πρωί

  θα τον στήσουν στα 11 μέτρα

  Η νοηματική του

  ξανά μου γράφει

  Γκελ μπουρντά

  καλά το κατάλαβα ότι είναι                                                698

  μετανάστης Άγγελος

  και έχει άλλη γλώσσα

  Άκουσα

  τι μου είπες

  δεν σου απαντώ

  για να έχεις εμπνευση

  στις παγίδες

  Ο Άγγελος με τα μαύρα

  που όταν σκέφτομαι,Αυτός

  ξέρει τι σκέφτομαι

  είναι μέσα στο μυαλό μου

  ξέρει όλες τις παγίδες της προηγούμενης ζωής μου

  τις χιλιάδες παγίδες μου

  Τί με κοιτάς

  εξομολόγος πάτερ

  στα λέω όλα με τα ποιήματά μου

  αλήθεια σου λέω

  να,φιλώ σταυρό

  Τί

  ακόμη και η σκέψη είναι αμαρτία

  να βαπτιστώ

  μα έχω βαπτιστεί,κάτω στη γη

  δεν ισχύει

  να βαπτιστώ ξανά

  πέφτω απ'τα σύννεφα

  μετανάστης Άγγελος είναι

  απετάξω τω Σατανά

  απεταξάμην

  συνετάξω τω Χριστώ

  συνεταξάμην                                  728

  και πιστεύω αυτώ

  το ξέρω,να μην πιστεύω στα λόγια

  όταν μου λένε

  να είμαι ο εαυτός μου

  στην κοσμική ευτυχία

  εγωισμός κι αυτός,να συγχωρήσω τον κόσμο

  με τόσους εαυτούς,να κάνω μια αρχή,λες

  Πώς να χορέσουν όλα αυτά,στον εαυτό μου

  θα ''μαρτυρήσω'' με τόσες σκιές του εαυτού

  Πού να τον βρω τον εαυτό μου,που δεν θέλω να τον βρω

  μετά μου λες γρήγορα γιατί νύχτωσε,να κολαστώ

  στη συλλογική ψευδαίσθηση

  το ξέρω ότι ξέρεις

  το απολυτήριο σκέφτομαι,το ξέρει

  ο ακοίμητος φύλακας στις παγίδες

  του κακού

  δες

  είδα όλες τις παγίδες,αμ δε

  ξαναπροσπάθησε,είναι μάταιο,λες

  να μην έχω καμιά τύχη,πού τύχη,λέξη κι αυτή,

  υπάρχει ''ελπίδα'',λέξη κι αυτή,όλο ''εφευρεύσεις'' είναι αυτός ο κόσμος

  κισμέτ

  το ''μαντρί''

  δηλαδή

  εν δύο εν δυό

  εν δύο

  εν δυό κάτω

  να μην έχω

  ερωτήσεις

  να μην είμαι         758

  ανένταχτη,όχι

  θα είμαι

  ανένταχτη

  όχι ''εκοιμήθη''

 ΄΄εγέρθητι''

  να ζω

  δεν ζω

  ζω

  ζω

  αλύτρωτη μήτρα μου

  Έλα

  να κάνουμε μαζί ένα τσιγάρο

  και δάνεισέ μου τα φτερά σου

  για να κατέβω κάτω στη γη

  κάνε μου το χατήρι

  Μπορείς,να έρθεις και συ μαζί μου +

  αν θέλεις +

  θα είναι κάτι παραμυθένιο +

  μου έγνεψε,ναι

  και δεν θα κρυφτώ

  να καπνίζω το πρωινό τσιγάρο με τον τούρκικο καφέ

  και να ανοίγω το φλυτζάνι

  όλο κατακάθι μου βγαίνει,γαμώ την τύχη μου

  το'χει το ριζικό μου

  χθες που κοιμόμουν είδα τα κακά μαντάτα

  στο όνειρό μου

  πού είναι ο αγαπητικός μου κερά Παναγιώτα

  έλα γρήγορα,άνοιξέ μου το φλυτζάνι

  η Παναγιώτα η κουτσή με τα στραβά δόντια

  η άτυχη

  τα μαλλιά της πάντα μαζεμένα σε κότσο

  η αναπνοή της γιασεμιά,πώς γίνεται,από Θεό

  τα χείλη να στάζουν μέλι                                 788 +3

  όλους τους αγαπούσε,μα πιο πολύ

  τα λουλούδια

  γεμάτη η βοτσαλωτή αυλή

  με τενεκέδες και κουβάδες

  τους στόλιζε

  με τριανταφυλιές και κρινάκια

  που της άρεσαν τόσο πολύ

  τους μιλούσε και τα χάιδευε

  μα πιότερο μιλούσε και κανάκευε

  τις γαρυφαλιές με τα άνθη

  τα κρεμεζί

  τα έβλεπε όλα

  και τα μάτια βούρκωναν

  με τις ώρες κοιτούσε τον ήλιο κατάματα

  το φως του περνούσε μέσα στα μάτια της

  χωρίς να της καίει τα μάτια

  τί να του ζητούσε άραγε

  κανείς δεν ήξερε,ήμαρτον Θε μου

  ήξερε

  λίγα χρόνια της έμεναν,η επάρατος  +

  αυτή η αρρώστια

  και το γιασεμί

  δίπλα στο παλιό πηγάδι

  Κερά Παναγιώτα,ερχόμαστε,τα κορίτσια

  Εγώ κρατάω πευκοβελόνες,να κάνω μπουκετάκι

  Εγώ κρατάω βελόνα και κλωστή,να κάνω μπουτονιέρα

  και το αγιόκλημα να σκεπάζει την εξώπορτα

  ευωδίαζε ο τόπος

  Σε μια άκρη και τα χαμομήλια με τα κίτρινα σκουφιά

  όλα τα λουλούδια                                                            818

  την άκουγαν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

     

 

 

                                                                  

                                                                              ΠΡΟΛΟΓΟΣ

                                                                 Επειδή η τέχνη παρερμηνεύεται

                                                                         όταν ερμηνεύεται

                                                         '' ΛΑΚΚΟΣ '' Ο  ΘΡΥΛΟΣ  ΤΟΥ  ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

                                      Το απαγορευμένο,το στοιχειωμένο κόκκινο καλντερίμι της χαμένης αθωότητας

                                                                       ΑΛΦΑΒΗΤΟΓΡΑΜΜΑ  ''Κ''

                                                                 Ο έσχατος επιτάφιος των ψυχών

 

                                                                 Το γράμμα της φτωχιάς κοπέλας

                                                                 που άφησε την ψυχή της στην αθέατη πλευρά της παράδεισος

                                                                  και κατέβηκε στη γη

    Η άλλη ζωή

   Στην καρδιά του το καλντερίμι της Σπιναλόγκας

   τα μικρά χαμόσπιτα με το κεραμιδάκι

   το παιδομάνι τρέχει

    στο μικρό μπακάλικο του Λαμπράκη

    για παγωτό και ''πόντους''

.  Πιο ψηλά τα μεγάλα βενετσιάνικα τείχη με το Μαρτινέγκο

    Κρεμόμαστε για να δούμε την αγαπημένη μας ομάδα τον Εργοτέλη

    κάθομαι στο μεγάλο πεζοδρόμιο

    όπου καταθέταμε τα όνειρά μας

    δίπλα και το μεγάλο πεύκο

    που λέγαμε τα μυστικά μας

    στα πόδια μας απλώνεται

    η μεγάλη ''Αλάνα''του Λάκκου

    το πάνινο τόπι μας περιμένει

   Κι εκεί που το παιδομάνι 

   ζητούσε μια ευκαιρία

   για να πάρει μια ανάσα

   μετά από ένα εξαντλητικό μονότερμα

   μέσα στις λάσπες

    ξαφνικά παρουσιάζεται

    η μορφή του ''Σαββάτου''

    ήταν μια ''σκιά''

    σαδιστικής ευχαρίστησης

   Όλο το τσούρμο από πίσω να την κυνηγά

   και να της πετά ό,τι βρει

   αυτή να τρέχει και να απαντά

   με ακατάληπτες λέξεις

   μέχρι να χαθεί στο πάνω στενό

   Είχαμε μια δεύτερη ευκαιρία

   να σκαρφαλώσουμε

   ξανά στα τείχη

   και να πάμε να δούμε

   τα πονηρά ραντεβουδάκια

   της Βίγλας

   Προσφιλής προορισμός μας και ο ''Σιναϊτης΄Αγιος'

   ο πολιούχος του Λάκκου

   ο Άγιος Ματθαίος

   για τον ''άρτον τον επιούσιον''

   πιο πέρα και το ''Μικρό Χαμαμάκι''

   ήταν η ''κολυμπήθρα του Σιλωάμ''

   για τα ''παιδιά της αλάνας''.

   άλλος προσφιλής προορισμός

    η Παραγκούπολη

    στη πλάτη του ναού του Σωτήρος

     εκεί αντάλλασαν τα παιδιά

     τα αγαπημένα τους περιοδικά

     με παιδιά από άλλες αλάνες

     τα περίφημα Μουρουχάδικα

      στου κυρ Λευτέρη

     ήταν ένας άλλος ιερός Ναός του πεζοδρομίου

   Στο κέντρο και το μικρό καφενεδάκι, το στέκι των'' Μεγάλων''

   βρέχει

   και οι χοντρές σταγόνες της βροχής

   κτυπούν στο καλντερίμι

   τζάμια θολά

   ο υγρός αέρας ανοίγει τα παράθυρα. 

   σκύβουν μισόγιμνες γυναίκες

   ακούγονται βραχνά τραγούδια και γέλια

    ξανακλείνουν τα παράθυρα

   ακόρεστη πληρωμένη ηδονή

    ανθρώπινη μυρωδιά

     βρισιές με ερωτικές κραυγές

     και ο λακκιώτικος ''θίασος''

     όλοι οι Λακκιώτες του δρόμου

     όλοι οι ''ήρωες''

    Ο'' Μπουκάλας'',ο ''Λαουτιέρης'',η ηρωϊκή μορφή το ''Σαββάτο''

    επίσης η μεγαλύτερη ''Περσόνα''

     που πάνω της είχε επενδύσει

     όλες του τις ονειρώξεις το παιδομάνι

     Και πάνω απ' όλα και όλους,ο ''Γέρος''.

     Ο ΄΄Γέρος'' ήταν κάτι σαν ξωτικό

     ήταν όλος ο λακκιώτικος θίασος μαζί

     ο ''Μάντης''ο ''Προστάτης'' του απαγορευμένου...

     και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του καφενείου και μπαίνει ο ''Γέρος....,Ήρθε η καινούργια λέει

                                                     Κώστας Καπετανάκης

                                         

 

  

 

 

        Museum '' The pink windows of Lakkos ''     Κώστας Καπετανάκης                                                                                                                 

 

                                                         

       Το Γράμμα

     Λάκκος

  ο θρύλος του Ηρακλέίου

  το απαγορευμένο

  το στοιχειωμένο

  κόκκινο καλντερίμι

  της χαμένης αθωότητας

  Γραμμική ΄΄Κάππα''

  ο έσχατος επιτάφιος των ψυχών

  το γράμμα της φτωχιάς κοπέλας

  γράμμα ποίημα θεσπέσιο,οι γραμματοσειρές σε σχήμα γλυπτού

  όχι αυτό της σοφίας των αγαλμάτων που δείχνουν

  πάντα τον ίδιο δρόμο,έτσι κρύα που στέκουν

  το άλλο του ανώνυμου δρόμου

  του ήθους και της αύρας

  της ευγενούς τέχνης

  που μετατρέπεται

  σε υπερβατική ελεγεία

  το άυλο

  δεν το βλέπεις,αλλά ξέρεις

  ότι ζει εκεί.

  τίποτα το περιττό στον απέριττο χώρο αυτό

  αδιήγητο ποίημα

  από το πρωτοειδωμένο φως

  ως το φως

  φαντασμαγορία του ονειρικού

  που δεν λέει να τελειώσει,και

  δεν θα το προλάβει

  κανένα βιβλίο να το αντιγράψει

  θα είναι''μόνο''του

  να συνομιλεί

  με το ιερό κι ανίερο

  που οδηγεί στην αθανασία

  κανείς δεν θα το δει το γράμμα

  της πρόωρα χαμένης κοπέλας

  που αναλήφθηκε στους ουρανούς

  που άφησε την ψυχή της

  στην αθέατη πλευρά της παράδεισος

  και κατέβηκε στη γη

  Ήρθε ο καιρός

  είνε οι φωνές,οι φωνές των ψυχών που κείτονται στο χώμα

  οι Θεοί αδιαφορούν,δεν ακούν τις παρακλητικές φωνές

  των ψυχών

  και οι ψυχές αναγκάζονται να παρακαλέσουν τις Μοίρες

  αφήνουν ρωγμές,μήπως και περάσει κάποιο φως

  στο απαγορευμένο κόκκινο καλντερίμι των στεναγμών

  Παραδίνομαι στις στιγμές της δημιουργίας

  οι φωνές ενώνουν τον πρωτοχρόνο με τον μεταχρόνο

  τί κι αν γράφουν κέντημα

  αδιάφορο για τους επιβάτες του ''σύντομου δρόμου''

  κανείς δεν κοιτάζει το εικαστικό παραλήρημα

  μονοπάτι φυγής

  το παίρνω μαζί μου

  ΄΄Γράφει'' το θεατρικό μονόπρακτο χίλιους ρόλους

  αλλάζει κάθε στιγμή και γράφει

  γράφει για τα αόρατα σημάδια και τάματα

  σβημένα τα τάματα

  ανώνυμα τα ανθρωπωνύμια

  όμως ολοζώντανα τα ''απολεσθέντα''

  επιζώντα της νοσταλγικής ζωής

  του παραδείσου του φτωχού

  όταν οι φωτοσκιάσεις αρχίζουν να φαίνονται

  στο χωμάτινο χαρτί του ασπρόμαυρου

  Σώπα το Γράμμα

  εικόνες γεμάτες φως

  καυτές

  ανασαίνουν βαριά

  να μου κοπεί

  η ανάσα

  είναι τόσο

  αισθησιακές

  μυστηριώδεις

  λάμπουν τόσο

  αφηγούνται το τραγικό ηλιακό φως

  το προσκηνούν ηδονικά

  Εδώ υπάρχει το μυστήριο,πώς το φως προσπαθεί

  για την ''ήττα'' της σκιάς

  η σκιά στοιχειώνει τη μνήμη

  οπαδός της εικονολατρείας του υπαρξισμού το άφωτο φως

  στο σύνορο της μεταφυσικής,αιχμαλωτίζει τις εικόνες

  μικρό το φως,μεγάλη η σκιά,μεγάλο το φως μικρή η σκιά

  αέναη η φωτοσκίαση,αλλεπάλληλη η σύγκρουση

  στο θέατρο Σκιών

  Αιχμαλωτίζονται οι εικόνες στη σαγήνη,στην ενδοσκόπηση

  στον χλωμό μπλε κόκκο σκόνης

  που κατοικούν

  στη λάσπη της γέννησης

  μόνη κατάμονη 

  ''Αυτή''

  η χλωμή μπλε κουκίδα

  αλληλοσπαράσσεται στη μοναξιά της

  χωρίς προορισμό εξόδου

  πεπερασμένη σκέψη μου

  πάλι αυτές οι σκέψεις

  πάλι οι εικόνες

  βγάζουν τις μάσκες των ρόλων

  ξαφνικά σιωπή κι ακινησία

  από την αξαντλητική υπερένταση,γιατί

  ήρθαν τα νεφελώματα του γαλαξία

  γεμάτα αστερόσκονη,από

  την αόρατη μήτρα του σύμπαντος

  Αυτό το βρεφοκομείο

  γεννά αστέρι με την ταχύτητα του φωτός

  Επικρατεί μια αδράνεια ένδον,από το μεγάλο ξάφνιασμα

  εξαιτίας του λήθαργου της στιγμής

  Πόσο σκοτάδι της μαύρης τρύπας

  να καταναλωθεί,για να υπάρξει ορατό φως

  από την ομίχλη της ανυπαρξίας

  της σκοτεινής ύλης

  στην ταφική πλάκα της μαύρης τρύπας

  στο θνητό χρόνο το φθαρμένο

  από την αιωνιότητα της αθανασίας

  κρύβεται

  το αναπάντητο ερώτημα του αινίγματος

  Από το παραπέτασμα του χάους

  έρχεται το άφωτο

  η θνητή ύλη βρίσκει φως

  ατέλειωτο το ''Γράμμα'' στο δράμα

  Μα πιο πολύ γράφω

  για τα ανήλικα παιδιά

  τα παιδιά που χάθηκαν

  τα πεταμένα στους πέντα δρόμους

  αγνώστου πατρός

  που δεν ξέρουν ''γράμματα''

  μόνο μουτζουρώνουν

  Βαγγελίστρα μου,τί γράφω,θα μου ξεραθεί το χέρι

  θα απαλλαγώ από τα παραπτώματα

  λόγω έργω ή διανοία

  όπως ψάλλει η νεκρόσημη εκκλησία

  Πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα,στον άχρονο χρόνο

  να τα προλάβει να τα καταγράψει,όλα αυτά

  το ''Επος΄΄

  Δεν εξαντλώ το θέμα,'' Γιατί ''τους χρησμούς

  θέλω

  ανεκπλήρωτους

  για να έχει μέλλον και η ποιητική

  γιατί να αφουγκραστώ τη γνωστή σκέψη

  της παλιάς σοφίας

  και να την ακολουθώ στην ολόκληρη ζω 

  Σώπα

  άκουσε την καρκινική σκέψη

  σκάσε επιτέλους

  Δεν ξέρω αν θα ολοκληρώσω την διατύπωση

  είναι αυτό το κάτι που απομένει

  δεν θέλει να τελειώσει το έργο,γιατί

  πώς θα μπορέσει να φτάσει το ερχόμενο

  στο μη ερχόμενο

  αυτό ψάχνει η ποιητική

  την υπαρξιακή κατάθεση

  θα τη φτάσει...

  και το περιμένω,και όλο το περιμένω

  και ξανά και ξανά

  και έρχεται αυτό που είναι,που είπαν,που έμαθαν

  που είδαν, που διάβασαν

  και ποτέ δεν έρχεται αυτό που περιμένω

  και μετρώ το χρόνο

  κάθε πρωί μετρώ το χρόνο

  και ξανά και ξανά μετρώ

  και δεν έρχεται

  ποτέ δεν θα ρθει,πάλι αυτές οι σκέψεις

  κι αν έρθει το τέλος

  μετά την εκπλήρωση

  πόσο μελαγχολικό αυτό το τέλος

  Τί

  τί

  τί

  είναι θέμα ελευθερίας

  όταν η ελευθερία δεν είναι ελεύθερη

  τότε δεν υπάρχει ελευθερία,πάλι αυτές οι σκέψεις

  κι αν υπάρξει,πάλι αυτές οι σκέψεις

  της έξω ελευθερίας

  Τότε τί,τί

  τί

  τί

  Σώπα

  σκάσε επιτέλους

  Τώρα ακούω τη φωνή

  είναι η φωνή του κοριτσιού

  Ξύπνα

  κικιρίκου,συνέχισε το ΄΄Επος''

  και αρχίζω τα γαλάζια και τα ροζ,και πάλι

  από την αρχή

  και να τος ο έρωτας ο ανέστιος να με τιμωρήσει

  Χαιρέκακα

  με κοιτάζει από ψηλά,που ενώ προβάρω

  την αστρική λαμπερή φορεσιά

  τολμώ το αδύνατο

  να φιλήσω τον έρωτα

  Ένα βήμα είμαι

  πριν το σύνορο του κόσμου

  ένα βήμα πριν το τελικό φράγμα

  για το σμίξιμο

  όλες οι αισθήσεις

  σε μία

  είναι η αφή του φιλιού

  του πενταπάρθενου φιλιού

  το άγγιγμα των χειλιών

  τα μάτια κλειστά

  βλέπεις τα πάντα

  και δεν βλέπεις τίποτα

  ευτυχία μέσα στην ευτυχία

  φαντάζει αιώνιο

  ξαφνικά

  ο έρωτας μηδενίζει το χρόνο

  ενδύομαι τα κουρέλια

  του πεντάρφανου φιλιού

  της ήττας και της αιχμαλωσίας

  οι αιώνιοι κανόνες του τέλους του πένθους

  να είμαι έμεσμα

  αυτός ατάραχος με το σαρδόνιο χαμόγελο,ξέρει ότι

  ο νικητής τα παίρνει όλα

  και το ηθικό πλεονέκτημα

  κι εγώ η φτωχιά κοπέλα,να μένω με

  το γράμμα στο χέρι

  και τα αλάτια στα μάτια

  είναι οι κανόνες

  πάλι αυτοί οι κανόνες

  Εξομολογούμαι

  δεν είμαι η απεσταλμένη η μονογενής

  θείας έλευσης

  που θα θυσιαστώ

  για να άρω τις αμαρτίες,και να τιμωρήσω όσες παραβιάζουν

  την αρετή του πένθους

  Άκουσα τις κραυγές της οδύνης

  να θέλουν να μεταρυθμίσουν την πίστη τους

  χωρίς να φοβούνται ότι αμαρτάνουν,το λέω

  για να με ακούσουν

  όλοι που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα

  για να εργαστώ ήρθα

  στο Λάκκο

  με τους περιθωριοποιημένους,καταπιεσμένους

  περιφρονημένους

  αόρατους ακοίμητους με τους κεκοιμημένους ψαλμούς

  με τις ανάσες των κρίνων,συντροφιά στην πλάκα

  τους απηλούμενους από την καθωσπρέπει

  κοινωνική τάξη

  του ''πρωτοκόλλου της Σιών''.

  Υ.Γ.Η άλλη ζωή

  απέραντα άδεια

  και βαρετή η ζωή των πεθαμένων

  στον περικαλλή ναό του ουρανού

  χαμένα τα χρόνια

  ''εις τόπον χλοερόν''

  αυτό θα λέω

  όταν με ρωτούν

  για τη μεγάλη ΄΄Πτώση''

  είπα στους ποιητές

  να μου πουν

  πού είναι η προδοσία

  στο ''Ωσανά''

  ή

  στο ''άρον άρον''

  πιστεύετε τους ποιητές,ναι,όχι

  ''να το πάρει η μαύρη θάλασσα''

  και το μαύρο Άγγελο

  που με βοηθά

  ρωτώ

  έκανε να χαμογελάσει

  δεν παίρνω απάντηση

  ''να το πάρει η μαύρη θάλασσα''

  η φωνή Σου

  η φωνή Σου,θα είναι εξαίσια

  άφωνος,τίποτα

  λες να είναι

  από τους εκπεπτωκότες Αγγέλους

  Σαλαμαλέκουμ

  η νοηματική του

  καλά το ξέρεις

  πως καθόλου δεν μ'αρέσει η''ανάπαυση''

  μα την πίστη μου

  θα είναι ανένταχτος

  απορώ πως τον αφήνουν

  θα του μαδήσουν τα φτερά

  η νοηματική Του

  Σαλαμαλέκουμ

  άκουσα τι μου είπες

  δεν σου απαντώ

  για να έχεις έμπνευση

  στις παγίδες

  ο μαύρος Άγγελος

  που όταν σκέφτομαι,Αυτός

  ξέρει τι σκέφτομαι

  είναι μέσα στο μυαλό μου

  ξέρει όλες τις παγίδες της προηγούμενης ζωής μου,τις χιλιάδες παγίδες μου

  τί με κοιτάς

  το ξέρω,ότι ξέρεις

  το απολυτήριο σκέφτομαι,το ξέρει

  ο ακοίμητος φύλακας στις παγίδες

  του ''κακού''

  δες

  είδα όλες τις παγίδες

  αμ δε

  ξαναπροσπάθησε

  είναι μάταιο,λες

  δεν θα έχω καμία τύχη

  ''το μαντρί''

  να μην έχω ερωτήσεις

  να μην είμαι ανένταχτη,όχι

  θα είμαι ανένταχτη

  όχι ''εκοιμήθη''

  να ζω

  δεν ζω

  Ζω

  Ζω

  ζω

  αλύτρωτη μήτρα μου

  και δεν θα κρυφτώ

  να καπνίζω το πρωινό τσιγάρο,με τον τούρκικο καφέ

  και να ανοίγω το φλυτζάνι

  όλο κατακάθι μου βγαίνει,γαμώ τη τύχη μου

  πού είναι ο αγαπητικός μου κερά Παναγιώτα

  άνοιξέ το πάλι,που ''να με πάρει και να με σηκώσει''

  ως τη συντέλεια του κόσμου,Αμήν

  Αμήν

  Αμήν

  ειρήνη υμίν

  περιπλανώμενη

  στον ανύπαρκτο χρόνο

  κάθομαι στο λόφο ψηλά

  στο Μαρτινέγκο

  ''Δαμόκλειος σπάθη'' επικρέμεται

  θα με στήσουν στα τρία μέτρα

  εξόριστη

  να ανεμίζουν

  τα ξέπλεκα μαλλιά

  αφημένη στο πουθενά

  το βλέμμα στο τίποτα,πονεμένο

  μαραμένα μάγουλα,χιλιάδες επιθυμίες

  χιλιάδες απελπισίες

  ένα ασήμαντο

  παρατημένο

  ηττημένο

  εκτός λειτουργίας

  είμαι

  γκρεμίζεται ο παράδεισος

  Πού είσαι μάνα

  Μάνα

  Μάνα του κόσμου

  μου έλεγες

  ''όταν κάνεις σχέδια,ο θεός χαμογελάει''

  μουτζουρώνω

  τα λάθος πεζοδρόμια της ζωής

  στο ''μακρύ σοκάκι'' της πλάνης

  στο ''μέρος''

  όπου ήμουν μέρος,και

  τώρα δεν είμαι μέρος

  να ζωγραφίσω την ιστορία μου

  της ''πετώ το γάντι''

  εκεί που γράφει

  Τέλος

  την ημέρα της ''Κρίσεως''

  Είμαι

  αυτό το ''Γιατί''

  γιατί

  γιατί

  Σώπα

  περνά η ''έξω'' ιστορία

  βάζω στο φάκελλο

  το άσπρο χαρτί

  το τελευταίο χαρτί θα παίξω

  το είχα κρύψει στο μανίκι

  θα το τραβήξω την κατάλληλη στιγμή

  το γράμμα,όχι εκεί

  κάτω θα γράψω το γράμμα

  δίπλα μου θέλω τις προσφορές

  και τα θυμιάματα

  για να μην παραπονιούνται

  οι ψυχές

  το στέλνω σε

  ανώνυμη διεύθυνση

  των ανθρωπωνυμίων

  απαγορευμένος τόπος

  κλειστός ο ουρανός,μικρές οι ελπίδες

  ομίχλη στα όνειρα

  μήπως τα δουν και μου τα κλέψουν

  αυτά τα γράμματα

  του δρόμου των φτωχών,τα σκίζουν

  είμαι ατάλαντη

  πεπλανημένη

  εξαιτίας των αινιγμάτων

  Σώπα

  περνά η παρένθετη τέχνη

  Γεννά

  το σπλάχνο της πίστης μου θέλω

  σάρκα της μνήμης και χώμα

  της ταπεινής

  μιας λιτανείας ψωμί ζητώ

  ζυμωμένο με προζύμι

  προσφυγικό

  για μια καλύτερη ζωή

  ανθρώπινη

  υπαρξιακή

  από το μηδέν

  ως το θάνατο

  να αποδοθεί δικαιοσύνη.

  βαρέθηκα την αιώνια ομορφιά

  βρεγμένη

  από τα ακατάσχετα δάκρυα

  του νόστου

  δεν υπάρχει

  να θέλεις

  να κάνεις όνειρα στον ουρανό

  θαμμένα τα όνειρα

  εδώ

  στην τέφρα

  της γης του ουρανού

  κάτω,εκεί

  πριν το μηδέν ήταν

  το όνειρο της μυρωδιάς

  του εσώρουχου

  από πράσινο σαπούνι

  Σώπα

  περνά ο αόρατος θίασος

  κατεβαίνω

  για να ανταμώσω

  και τα άλλα κορίτσια

  του περιπλνώμενου θιάσου

  τις υφάντρες

  του παραδείσου

  τις πέτρινες κόρες

  έτσι που στέκουν και περιμένουν

  με τα άσαρκα πέλματα

  να ξαναπαίξουμε

  τις ''Κυρίες''

  να περιμένουμε

  τον πρίγκηπα του παραμυθιού

  με το γαλάζιο άλογο

  πολύ θα χαρούμε όλες μαζί.

  να παραβώ τους κανόνες

  αφόρητο

  αυτό το πρωτόκολλο...

  Υ.Γ.στο Υ.Γ.Στην τέφρα του μαύρου φωτός

  ανακαλύπτονται τα ψυχικά τραύματα

  τα αγκαλιάζουμε με ευμένεια

  δικά μας είναι

  αναπόδραστα στο άφωτο φως

  αντιπαράθεση

  στην εμπειρία του ανθρώπου

  να επιβιάσει την απώλεια

  πέρα από την ειπωμένη σκέψη

  στην ιερή διάσταση των ανεστίων

  στην πορεία

  τη γραμμική

  στο κόκκινο καλντερίμι

  της προσφυγιάς

  οι σκηνές ξεπερνούν τα όρια

  του άχρονου ''εξω'' χρόνου

  τα πρόσωπα συναντούν τις ψυχές

  των αυτιστικών ερώτων

  ερωτεύονται το ηφαιστειακό άφθαρτο είδωλο

  ανασφάλεια στο βυθό

  πού είναι η αγάπη η αθώα

  η θεότυφλη

  ο έρωτας ο εμονικός

  ο ανέστιος ο εκδικητικός

  δεν ξεχνά

  μνησίκακος να τιμωρήσει την ψυχή

  θνησιγενής να τιμωρήσει

  την αειθαλή αγάπη

  βάτος καιομένη μη κατακαιομένη

  ατελεύτητος γεμάτος αστρική σκόνη

  μοναδικός στο σύμπαν

  από τον άχρονο βυθό της ανυπαρξίας

  απεσταλμένος ''ουκ αρνίον ίνα άρη''

  μονογενής

  στο ''γύρο του θριάμβου''

  θεατής

  στο ''γύρο του θανάτου''

  σώμα στο σώμα

  του πόθου

  στο σιωπηλό δρόμο του κλαθμώνος

  χρώματα κι αρώματα

  με λυρικούς γλυκασμούς

  στα πάθη των παθών

  ηδονικές οι κορυφώσεις

  πριν ''λερώσουν''

  μεταλαμβάνουν

  τον Επιτάφιο

  της Σιναϊτικης εκκλησιάς...

  Σιωπή,θα με ακούσω

  όταν σωπαίνει η σιωπή

  αυτό αποθηκεύεται

  και το φορτίο

  είναι πολύ βαρύ

  Συνεχίζεται,κόκκινη κλωστή...

  Ευτυχώς που υπάρχει η τέχνη για να

  ανατρέπει τα ''θέσφατα''

  απ' όπου κι αν προέρχονται αυταπάτη της αυταπάτης

  των κυρίαρχων βεβαιοτήτων

  Η αγία τέχνη,θα σώσει το αγίασμα

  είναι η θρησκεία με τους δικούς της Θεούς

  θα σώσει το ασσόδυο της ζωής

  Κι αν τώρα δεν υπάρχει απάντηση

  για το τέλος χρόνου της ύπαρξης

  κι αν υπάρξει απάντηση στο μέλλον

  η τέχνη είναι αυτή που θα δώσει ''απάντηση''

  στο χωρίς απάντηση

  κι αν υπάρξει απάντηση,τί

  τί

  τί

  Τί θα υπάρξει

  στην ''έξω'' απάντηση

  πάλι αυτές οι σκέψεις

             Κώστας Καπετανάκης